μέμφομαι


μέμφομαι
(отлож.) (о дат. или с вин. п.) браню кого, порицаю кого

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μέμφομαι" в других словарях:

  • μέμφομαι — μέμφομαι, μέμφθηκα βλ. πίν. 14 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μέμφομαι — blame pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέμφομαι — (ΑM μέμφομαι, Μ και μέφομαι και μέμφω) 1. κατηγορώ, κακολογώ, κατακρίνω, καταφέρομαι εναντίον κάποιου («μεμψομένους τοῑσι Λακεδαιμονίοισι ὅτι περιεῑδον ἐσβαλόντα τὸν βάρβαρον ἐς τὴν Ἀττικήν», Ηρόδ.) 2. μεμψιμοιρώ, έχω παράπονα με τη μοίρα μου 3.… …   Dictionary of Greek

  • μέμφομαι — [мэмфомэ] р. укорять, упрекать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μέμφομαι — κατηγορώ, ψέγω, κατακρίνω: Τον μέμφεται για την ανευθυνότητά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μέμφεσθε — μέμφομαι blame pres imperat mp 2nd pl μέμφομαι blame pres ind mp 2nd pl μέμφομαι blame imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμφθέντα — μέμφομαι blame aor part pass neut nom/voc/acc pl μέμφομαι blame aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμφομένων — μέμφομαι blame pres part mp fem gen pl μέμφομαι blame pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμφόμεθα — μέμφομαι blame pres ind mp 1st pl μέμφομαι blame imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμφόμενον — μέμφομαι blame pres part mp masc acc sg μέμφομαι blame pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμφόμεσθα — μέμφομαι blame pres ind mp 1st pl μέμφομαι blame imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)